ἀκακοήθης

ἀκακοήθης
ἀ-κακο-ήθης, nicht bösartig

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ακακοήθης — ἀκακοήθης ( ους), ες (Μ) [κακοήθης] άδολος, καλοκάγαθος …   Dictionary of Greek

  • ήθος — το (AM ἦθος) 1. το σύνολο τών ψυχικών ιδιοτήτων ενός ατόμου, ο χαρακτήρας του, η ψυχική του καλλιέργεια, το ηθικό επίπεδο στο οποίο βρίσκεται, ο ψυχικός του κόσμος 2. στον πληθ. τα ήθη ο τρόπος τής ζωής ατόμων ή λαών, τα έθιμα τους που απορρέουν… …   Dictionary of Greek

  • ακακοήθευτος — ἀκακοήθευτος, ον (Μ) [κακοηθεύομαι] ο ακακοήθης …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”